Οι 1500 λέξεις.
Μου λέει ο Μάριος. Σε παρακαλώ θέλω να μου γράψεις ένα κείμενο 1500 λέξεων. Φίλος είναι ο Μάριος τι να κάνω κάθισα να το γράψω. Να ήδη αυτές οι λέξεις που έγραψα μέχρι εδώ είναι 35. Με το 35 έγιναν 36 και με τα άρθρα καβατζάραμε τις 40. Μου λείπουν αρκετές λοιπόν ακόμα. Πρέπει να σας πω, ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο από το να σου λένε κάτσε γράψε ένα κείμενο. Με τι θέμα ρωτάς; «Με όποιο θέλεις εσύ». Κάτσε ρε φίλε; Τι είμαι;; Μαθητής στο δημοτικό, που μπαίνει ο δάσκαλος και επειδή βαριέται να σκεφτεί ένα θέμα, σου λέει γράψε έκθεση με θέμα ελεύθερο; Πες μου θέλω να μου γράψεις για την κίνηση στην πόλη να σου γράψω ενάμιση εκατομμύριο λέξεις. Αυτές που λέω μέχρι να βρω να παρκάρω. Τώρα που το θυμήθηκα , αυτό το αυτοκίνητο μου έχει γίνει βραχνάς. Άγχος τρέξιμο οικονομία για να το αγοράσω και τώρα κάθε μέρα δεν ξέρω που να το βάλω. Και σου λένε και οι υπεύθυνοι: «Μην κατεβαίνετε με το αυτοκίνητο στο κέντρο της πόλης». Και με τι να κατέβω; Με το λεωφορείο; Άντε και κατέβηκα. Το βράδυ την κοπέλα πως θα την πάω παραθαλάσσια;; Τι Θα πω τον οδηγό του λεωφορείου «Βούλγαρη - Σφαγεία»; - Πάνε μας μέχρι την παραλία και όλοι οι υπόλοιποι μην κοιτάτε εμάς που καθόμαστε στην γαλαρία, διότι δεν έχω που να πάω με την κοπέλα μου να ξεφλουδίσω το βερίκοκο;
Τέλος πάντων. Για να δω πόσες λέξεις έχω γράψει μέχρι τώρα;
246. Ωραία. Τι σας έλεγα; Α, ναι για την κοπέλα μου. Πρέπει οπωσδήποτε να κάνω και άλλη οικονομία να νοικιάσω μία γκαρσονιέρα να έχουμε να βρισκόμαστε εκεί. Δεν θέλει να έρχεται στο σπίτι μου. Με το δίκιο της. Βλέπετε όποτε έρχεται στο σπίτι, την περνάν από κανονική ανάκριση οι δικοί μου. - Πόσο χρονών είσαι; - Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου; - Είσαι καλή μαθήτρια; Αφήστε που έχω και τον παππού με μαλάκυνση στο σπίτι να τις λέει για το αντάρτικο. Έτσι μας κυνηγούσαν οι φασίστες, έτσι κατεβαίναμε το βουνό, έτσι μας πυροβολούσαν. Και όταν τελειώνει η ανάκριση και επιτέλους μπαίνουμε στο δωμάτιο μου, μετά κάθε 3 λεπτά να χτυπάει την πόρτα η μάνα μου.
- Να σας έφερα μία πορτοκαλάδα και ένα κέικ που τώρα το έφτιαξα.
Μετά μας λέει και την κρυφή συνταγή... Α, ρε μάνα. Αν η κοπέλα μου ήθελε να φάει κέικ, θα πήγαινε στον Αγαπητό. Άλλο θέλει. Αλλά που να καταλάβει η μάνα μου. Τι της το λέω τι της το ξαναλέω τίποτα. Πόσες λέξεις έχω γράψει;;; 418. Μάλιστα... σε καλό δρόμο είμαι, όσον αφορά το κείμενο διότι στην καθημερινότητα ποτέ δεν είμαι σε καλό δρόμο. Θα μου πείτε για να είσαι σε καλό δρόμο πρέπει και να υπάρχει καλός δρόμος. Και ρητορικά ρωτάω. Υπάρχει κανένας καλός δρόμος στις πόλεις που ζούμε;;; Όλοι έχουν λακούβες, μπαλώματα, χώματα από προηγούμενες δουλειές, ξεχασμένες κορίνες στις άκρες των δρόμων, βαριά μηχανήματα και ξεχειλισμένους κάδους σκουπιδιών.
Και κατά τα άλλα είμαστε μία ερωτική πόλη. Και συμφωνώ απόλυτα με αυτό. Είμαστε. Αφού με το που βγαίνεις στον δρόμο και πέφτεις σε λακούβα αρχίζεις τα διάφορα μπινελίκια, με τα οποία θέλεις να τους... όλους, πώς να μην είμαστε ερωτική πόλη; Από εκεί μας βγήκε το παρατσούκλι. Να το ξέρετε. Επειδή θέλουμε να τους.... όλους. Όμως είναι όμορφη η πόλη που ζούμε. Απλά δεν το βλέπουμε. Οι πόλεις είναι σαν τον γάμο, που μετά από μερικά χρόνια είτε πιάνεις το δικό σου μπούτι είτε της γυναίκας είναι ακριβώς το ίδιο. Συνηθίζεις την εικόνα της και δεν σου κάνει εντύπωση. Είτε βλέπεις τον λευκό πύργο είτε τα βρακιά της γειτόνισσας για σένα είναι το ίδιο και το αυτό. Το μόνο που σε απασχολεί είναι να βρεις παρκάρισμα. Κάποτε είχαν έρθει φίλοι μου από άλλη πόλη και κάναμε βόλτα στην παραλία. Αισθάνθηκα σαν τον κυνηγό από το ανέκδοτο. Εκείνον που παράνομα κυνηγούσε λαγούς στο δάσος. Και ενώ είχε χτυπήσει έναν και τον είχε βάλει στον ώμο του, τον έπιασε ο δασοφύλακας και μετά από τις πρώτες ερωτήσεις του είπε:
- Καλά δεν κυνηγάς.... αυτός όμως ο λαγός που έχεις στον ώμο σου, τι είναι;; Και γύρισε με έκπληξη είδε τον λαγό , τον έριξε τρομαγμένος κάτω και είπε: - Α... ένας λαγός.. Έτσι ακριβώς λειτούργησα και εγώ... - Α, ένας Λευκός πύργος, είπα... Ξαφνικά φύτρωσε μπροστά μου. Δεν τον έβλεπα. Δεν τον χαιρόμουνα... Για να δω πόσες λέξεις έγραψα; 721. Έχω γράψει περίπου το μισό κείμενο από αυτό που μου γύρεψαν και ακόμα δεν έχω αποφασίσει με τι θέμα θα ασχοληθώ. Α, ξέχασα να σας πω. Κάτω από τον Λευκό πύργο υπάρχει θάλασσα. Αλήθεια εσείς πόσο καιρό έχετε να κάνετε βόλτα στο πλακόστρωτο; Εγώ, να σας πω την αμαρτία μου, είχα πάρα πολύ καιρό, αλλά ένα απόγευμα, το έκανα κατά τύχη. Κατέβαινα με το αυτοκίνητό μου προς το κέντρο. Η λέξη κατέβαινα γράφτηκε ποιητική αδεία. Στην ουσία ήμουν εγκλωβισμένος στην μέση του δρόμου σαν παρκαρισμένος για μία ώρα στο ίδιο σημείο με το αμάξι μου. Όταν τα νεύρα μου έσπασαν, βρήκα μία θέση και το πάρκαρα. Μετά αισθάνθηκα σαν «ξανθιά». (Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί λέμε ότι οι ξανθές είναι χαζές). Εκεί περίμενα κανένα δεκάλεπτο να περάσει ταξί ή λεωφορείο να με πάρει. Να με έπαιρνε και να με πήγαινε που;;; Αφού τα πάντα ήταν ακίνητα. Αισθάνθηκα λες και κατέβαινα με κυλιόμενη σκάλα και κόπηκε το ρεύμα στην μέση της διαδρομής. Εκεί που περίμενα να κατέβει ο από μηχανής Θεός να με σώσει, θυμήθηκα ότι έχω πόδια και ότι μπορώ να περπατήσω. Έτσι μετά από χρόνια περπάτησα στο πλακόστρωτο της παραλίας. Είχε ήλιο, είχε παιδάκια που κλωτσούσαν μπάλες, είχε ανθρώπους που πουλούσαν ξηρούς καρπούς και αναψυκτικά, είχε μερικούς που ψάρευαν, είχε κάποιους που ήταν ξαπλωμένοι στο γκαζόν. Δεν το πίστευα. Είχα ακούσει ότι υπήρχε και τέτοια ήρεμη ζωή αλλά νόμιζα ότι ήταν μπύρα. Ότι ήταν μύθος. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν διακόσια μέτρα μακριά από εκεί που ζούσα, κάθε μέρα.
Σε ελάχιστα λεπτά προσαρμόστηκα στον ρυθμό της παραλίας. Πριν χρόνια είχα κατέβει στην Αφρική και είχα κάνει βόλτα με μία καμήλα. Όταν ανέβηκα επάνω της, άρχισα να κάνω πλάκα. Είπα ότι ήθελα να την τουβλίσω και θυμήθηκα όλα τα ανέκδοτα που ήξερα με τις καμήλες, για να μην τα πολυγράφω για μισή ώρα δεν έβαλα γλώσσα μέσα. Όμως η καμήλα δεν πτοήθηκε από όσα είχε ακούσει. Περπατούσε σαν βάρκα με πόδια μέσα στο τοπίο. Μέσα σε μερικά λεπτά με είχε βάλει στον ρυθμό της. Αισθανόμουν σαν γεροκαμηλιέρης. Έβγαλα τον σκασμό και απλά πήγαινα. Ήταν η εκδίκηση της καμήλας. Έτσι και στην παραλία. Έβγαλα το πουλόβερ μου το κρέμασα στον ώμο και περπατούσα αργά, παρατηρώντας όλους τους άλλους που παρατηρούσαν εμένα. Όμορφα πράγματα. Στο τέλος κάθισα σε ένα παγκάκι και αγνάντευα την σκατίδα τρώγοντας μαύρα σπόρια. Ξέρω τι γράφω. Στην Ελλάδα, έχουμε χλωρίδα και πανίδα αλλά όταν κοιτάς τον Θερμαϊκό καταλαβαίνεις ότι υπάρχει και σκατίδα. Ξεχάστηκα. Γράφω τόση ώρα και δεν έχω μετρήσει στις πόσες λέξεις έχω φτάσει. 1139;; Τι λες ρε παιδί μου. Πέρασα τα 2/3 του κειμένου και δεν έχω γράψει ακόμα τίποτα. Όμορφη είναι η Θεσσαλονίκη από ψηλά. Όταν την βλέπεις από τα κάστρα της. Είσαι επάνω στις βυζαντινές πέτρες και κάνεις ότι έκανε και ο βυζαντινός τότε συμπολίτης σου. Κατουράς και το σκέφτεσαι. Είναι πραγματικά υπέροχα εκεί επάνω. Βλέπεις το τέρας που δημιούργησαν οι εργολάβοι και η «ανάγκη» των ανθρώπων να χτίσουν μία πολυκατοικία, για να δώσουν από έναν όροφο στα παιδιά τους και σου φαίνεται μέχρι και όμορφο μπορώ να πω. . Πάντως τι μεγάλη δικαιολογία που έχει γίνει ο μεγαλύτερος πόθος και η αγάπη των ανθρώπων. Για τα παιδιά μιλάω. Δουλεύουμε και καλά για τα παιδιά μας. Όλα για αυτά τα κάνουμε. Για αυτά, ενώ πρέπει να χτίσουμε 100 μέτρα, εμείς χτίζουμε παράνομα και άλλα 100 μέτρα, για αυτά ενώ πρέπει να αφήσουμε 10 μέτρα πεζοδρόμιο, αφήνουμε μόνο 3. Όλα για τα παιδιά. Για αυτά δουλεύουμε 18 ώρες την ημέρα. Για να τους φέρνουμε λεφτά. Και μετά τα κάνουμε σαν τα μούτρα μας. Αν καθίσει ο πατέρας δίπλα από ένα χαρτονόμισμα των 50 ευρώ ο γιος θα πει μπαμπά το χαρτονόμισμα και μπορεί να το φιλήσει. Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από λεφτά. Έχουν ανάγκη από τους γονείς. Δεν μεγαλώνουμε τραπεζικούς λογαριασμούς. Παιδιά μεγαλώνουμε. Έχω την αίσθηση ότι έχει αλλάξει η ελληνική οικογένεια. Τις προάλλες πήγα στο σπίτι ενός παντρεμένου ζευγαριού. Έτσι όπως μου μιλούσαν για τις δουλειές τους και για την δύσκολη οικονομική τους κατάσταση, νόμιζα ότι ο μπαμπάς ήταν ο διευθυντής της τράπεζας, η μαμά η αρχιλογίστρια, τα 2 παιδιά ΑΤΜ και από εμένα ζητούσαν να βαφτίσω το καινούργιο βιβλιάριο που ήταν μόνο 2 μηνών. Ψυχούλα μου. Πρώτη φορά έβλεπα βιβλιάριο με πιπίλα στο στόμα. Ξέρετε, μου αρέσει να ανεβαίνω τα απογεύματα και να βλέπω από ψηλά την Θεσσαλονίκη μου. Η βοή που βγάζει η πόλη μου μιλάει.
Βαριανασαίνει η νύφη του βορρά και μου λέει τους πόνους και τους καημούς της. Γιατί και αυτή έχει. Γιατί θέλω να σας πω ότι μας αγαπάει πολύ. Γιατί πρέπει να ξέρετε ότι θέλει να μας εξυπηρετεί και τρελαίνεται όταν δεν μπορεί. Και να ξέρετε ότι, ό,τι και να της κάνουμε αυτή θα είναι πάντα η φτωχομάνα μας. Να μωρέ ένα ωραίο θέμα που θα μπορούσα να γράψω . Για την Θεσσαλονίκη μου. Την μεγάλη αγαπημένη. Όμως δεν γίνεται ήδη έχω ξεπεράσει κατά πολύ τις λέξεις που μου είπαν να γράψω. 1537.
Το κείμενο έγραψε ο Γιάννης Ψαξεβρές, κατά κόσμο Γιάννης Σερβετάς